αφηγηματικός


αφηγηματικός
[афигиматикос]εκ. повествовательный, описательный,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "αφηγηματικός" в других словарях:

  • ἀφηγηματικός — narrative masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αφηγηματικός — ή, ό (AM ἀφηγηματικός, ή, όν) [αφήγημα] αυτός που σχετίζεται με την αφήγηση νεοελλ. εκείνος που έχει ικανότητα να αφηγείται …   Dictionary of Greek

  • αφηγηματικός — ή, ό επίρρ. ά 1. αυτός που γίνεται με αφήγηση: Οι αφηγηματικές εκθέσεις είναι οι πιο απλές. 2. ο ικανός να αφηγείται: Έχει σπουδαίες αφηγηματικές ικανότητες …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀφηγηματικά — ἀφηγηματικός narrative neut nom/voc/acc pl ἀφηγηματικά̱ , ἀφηγηματικός narrative fem nom/voc/acc dual ἀφηγηματικά̱ , ἀφηγηματικός narrative fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀφηγηματικώτερον — ἀφηγηματικός narrative adverbial comp ἀφηγηματικός narrative masc acc comp sg ἀφηγηματικός narrative neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀφηγηματικόν — ἀφηγηματικός narrative masc acc sg ἀφηγηματικός narrative neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀφηγηματικοῖς — ἀφηγηματικός narrative masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀφηγηματικοῦ — ἀφηγηματικός narrative masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀφηγηματικῆς — ἀφηγηματικός narrative fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀφηγηματική — ἀφηγηματικός narrative fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)